Στιβάνια για… βουλευτές, υπουργούς και πατριάρχες

Στο στιβανάδικο του Μιχάλη Νινιράκη στην Αγία Βαρβάρα, που κρατάει «ζωντανή» την παράδοση της κρητικής μπότας εδώ και 60 χρόνια.

Μυρωδιά από δέρμα, «βουητό» από το σφυρί που ανεβοκατεβαίνει, κρητικοί σκοποί στο ραδιόφωνο και 15 – 20 ζευγάρια καλογυαλισμένα κρητικά στιβάνια, στους πάγκους και τα ράφια. Στο στιβανάδικο του Μιχάλη Νινιράκη, στην Αγία Βαρβάρα Ηρακλείου, η παράδοση της κρητικής μπότας διατηρείται «ζωντανή» εδώ και περίπου έξι δεκαετίες. «Το μαγαζί το έστησε ο πατέρας μου. Δίπλα του έμαθα την τέχνη. Και τώρα που ήρθε η σειρά μου να το αναλάβω, ακολουθώ κατά γράμμα την δική του… συνταγή. Όλη η δουλειά γίνεται στο χέρι» αναφέρει ο ίδιος.

Το πρώτο βήμα για ένα επιτυχημένο ζευγάρι στιβάνια είναι το μέτρημα στα δάχτυλα, την φτέρνα, την γάμπα και το κουντεπιέ του πελάτη. «Η κρητική μπότα δεν έχει νούμερα, 40, 42, δεν υπάρχουν αυτά. Κάθε ζευγάρι είναι ξεχωριστό, πρέπει να εφαρμόζει σωστά στο πόδι, με ακρίβεια χιλιοστού. Γι’ αυτό και δουλεύουμε μόνο με παραγγελίες, δεν γίνεται αλλιώς. Στην συνέχεια, αφού πάρουμε το περίγραμμα του ποδιού, κόβουμε το δέρμα, ράβουμε και ξεκινάμε το μοντάρισμα».

στιβάνια-μέτρημα-ποδιού

Δέρμα από μοσχάρι στην εξωτερική πλευρά, δέρμα από γίδα στο εσωτερικό, πέτσινος πάτος, ξυλόπροκες και προστατευτική λαστιχένια σόλα που στερεώνεται με βενζινόκολλα. «Το δέρμα για τα στιβάνια είναι άριστης ποιότητας, συνήθως από βυρσοδεψεία της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης. Ευτυχώς, υπάρχουν ακόμα στην Ελλάδα λίγες οικογενειακές επιχειρήσεις, που μας τροφοδοτούν με πρώτες ύλες. Επειδή όμως δεν βγάζουν μεγάλες ποσότητες, χρησιμοποιούμε και δέρμα από την Ιταλία».

Στο παλιό εργαστήριο, φαλτσέτες, τανάλιες, βελόνες, ψαλίδια και σουβλιά, παίρνουν… φωτιά από νωρίς το πρωί. «Το στιβάνι θέλει δουλειά, θέλει κόπο, δεν είναι εύκολο να το φτιάξεις. Για να τελειώσει ένα ζευγάρι, χρειάζονται τρεις ημέρες. Αλλά αυτή είναι και η ομορφιά του, το μυστικό του. Δεν μπορείς να κάνεις μαζική παραγωγή, θα αποτύχεις. Πριν μερικά χρόνια, ένας έμπορος από την Κρήτη έδωσε παραγγελία για μια μεγάλη παρτίδα στιβάνια στην Κίνα. Δεν κατάφερε τίποτα. Το αυθεντικό κρητικό στιβάνι είναι εδώ, αντέχει στον χρόνο και… αντιστέκεται στις απομιμήσεις».

Στιβάνια στην Βουλή και τα κοσμικά σαλόνια

Οι κρητικές μπότες του στιβανά από την Αγία Βαρβάρα έχουν «ταξιδέψει» σε δεκάδες χώρες και έχουν καταφέρει να… τρυπώσουν στην Βουλή, σε εκκλησιαστικούς κύκλους και σε κοσμικά σαλόνια. «Έχουμε φτιάξει στιβάνια για βουλευτές και υπουργούς, όπως ο Βύρων Πολύδωρας, για μητροπολίτες, πατριάρχες, επιχειρηματίες, καλλιτέχνες, αλλά και για γνωστούς αθλητές, όπως ο Φραγκίσκος Αλβέρτης, του Παναθηναϊκού. Το στιβάνι δεν είναι απλώς ένα παπούτσι για αγροτικές δουλειές ή για βόλτα στο βουνό, όπως νομίζουν κάποιοι. Είναι μια καλή μπότα, που μπορείς να την φορέσεις όλες τις ώρες. Υπάρχουν τα χοντρά στιβάνια, για τον αγρότη και τον κτηνοτρόφο. Τα πιο λεπτά, για τον δικηγόρο ή τον… ταξιτζή. Τα ελαφριά, για παιδιά, για γάμους και βαφτίσεις ή τα λευκά για τους χορευτές» εξηγεί στο kritimono ο κ. Νινιράκης.

στιβάνια-κρητικές-μπότες

Το πελατολόγιό του περιλαμβάνει επίσης ομογενείς από τις ΗΠΑ, τον Καναδά και την Αυστραλία, που αγοράζουν στιβάνια για τους ίδιους και τα παιδιά τους, αλλά και Άγγλους, Γάλλους και Σκανδιναβούς τουρίστες, που «γνωρίζουν» τα στιβάνια κατά την διάρκεια των καλοκαιρινών διακοπών τους στην Κρήτη. «Στην Αγγλία ή την Γαλλία, ένα ζευγάρι μπότες αντίστοιχης ποιότητας κοστίζει 500 – 600 ευρώ. Επομένως, οι ξένοι γλιτώνουν και χρήματα με τα στιβάνια. Οι περισσότερες παραγγελίες μας προέρχονται πάντως από κρητικά σωματεία και χορευτικούς συλλόγους σε όλη την Ελλάδα».

Στιβάνια και οικονομική κρίση

Η οικονομική κρίση έχει μειώσει τα τελευταία χρόνια τις παραγγελίες. «Δεν είναι εύκολο να δώσει κανείς σήμερα 200 – 250 ευρώ, για ένα καλό ζευγάρι στιβάνια. Αρκετοί πηγαίνουν στα κινέζικα και αγοράζουν φθηνές μπότες, με 10 – 15 ευρώ, για να βγάλουν μερικούς μήνες. Το στιβάνι όμως, αν το προσέξεις, θα κρατήσει μια ζωή. Και αυτό το γνωρίζουν οι πελάτες μας, κυρίως οι Κρητικοί. Είναι, επίσης, εντυπωσιακό ότι τα στιβάνια τα ζητούν κυρίως νέοι άνθρωποι. Υπάρχουν λοιπόν εμπόδια και δυσκολίες, αλλά το στιβάνι δεν πρόκειται να χαθεί. Είναι παράδοση για τον τόπο μας, περνάει από τον παππού στο εγγόνι» λέει ο Μιχάλης Νινιράκης.

 

Διαβάστε επίσης