Ραντολόι – Το ξεχασμένο έθιμο που «καθρεφτίζει την ευγένεια της ψυχής»

Ραντολόι – Το ξεχασμένο έθιμο που «καθρεφτίζει την ευγένεια της ψυχής»

Το «ραντολόι» ήταν η συνήθεια να αφήνονται μέσα στο λιόφυτο οι τελευταίοι καρποί, για να τους μαζέψουν (έναν – έναν, με το χέρι) εκείνοι που δεν είχαν. Ο δημοσιογράφος και συγγραφέας, Νίκος Ψιλάκης, γράφει για το ξεχασμένο έθιμο, «που καθρεφτίζει την ευγένεια της ψυχής». (Αναδημοσίευση από karmanor.gr).

«Στα ελληνικά λιόφυτα αρχίζει κάθε Νοέμβρη το πανηγύρι της ελιάς.

Αιώνες κι αιώνες τα ίδια, από τότε που ο τροφοσυλλέκτης πρόγονός μας απέκτησε μόνιμη κατοικία κι άρχισε να φυτεύει, να σπέρνει και ν’ αποθηκεύει το περίσσευμα της τροφής. Η πρώτη ένδειξη συστηματικής καλλιέργειας της ελιάς απαντάται εδώ, στην Ελλάδα, στην ελαιόφυτη Κρήτη, σε μια τοιχογραφία της Κνωσού που παραστάνει τελετουργίες μέσα σ’ ένα καλλουργημένο τοπίο, με τα λιόδεντρα φυτεμένα στη σειρά.

Αιώνες κι αιώνες τα ίδια, ο μονότονος ήχος της ραβδιστήρας αντηχούσε παντού στους ελαιώνες· τον διέκοπτε μόνο ο σκοπός της μαντινάδας, ανακατεύονταν οι ήχοι όπως ανακατεύονταν η δουλειά με το πανηγύρι κι ο μόχτος με την ελπίδα. Έτσι άρχιζαν οι μέρες κι έτσι τέλειωναν. Άλλος ράδβιζε, άλλος έστρωνε λιόπανα και λινάτσες, άλλος λίχνιζε.

Νοέμβρης σήμερα κι είπα να γράψω δυο λέξεις. Όχι τόσο από ρομαντική διάθεση, ούτε για να θυμίσω στους παλιότερους τον μόχτο της αγροτικής ζωής. Ένα έθιμο με τσίγκλησε, ένα απ’ αυτά που φανερώνουν ευγένεια ψυχής και στον δικό μου τόπο το λένε ραντολόι.

Τελευταία η τεχνολογία αντικατέστησε την αρχαία ξύλινη ράβδο με μεταλλική περιστρεφόμενη. Αλλά ακόμη και τώρα μπορεί να δει κανείς (όλο και πιο σπάνια ομολογουμένως) τους πιο ηλικιωμένους καλλιεργητές να αφήνουν αμάζευτο το τελευταίο κλαδί. Έτσι όπως κάνουν στον τρύγο, έτσι όπως κάνουν και στο θερισμό. Να μείνει κάτι και στη γη που τα γέννησε!

Γιορτή είναι το μάζεμα της σοδειάς, γιορτή που αρχίζει στο χωράφι, στ’ αμπέλι, στο λιόφυτο. Και δεν τελειώνει παρά σαν σιγουρευτεί ο καρπός στ’ αμπάρια… Είναι τότε που ο νοικοκύρης θα βάλει το καινούργιο λάδι στα λαδοπίθαρα, θα πάει το πρώτο σταμνί στην εκκλησία (να ξεχάσει το μερτικό του Αγίου;) και να βάλει πάνω στο παξιμάδι το πρώτο λάδι της χρονιάς για να το δοκιμάσει. Ή να φτιάξει την πίτα με το πρώτο λάδι…

«Καταλαβαίναμε πότε τέλειωνε ο καθένας, πότε είχε ’πομαζώξει. Ερχόταν στην εκκλησία κι έφερνε ένα σταμνί, δυο σταμνιά, ανάλογα με το εισόδημά του. Κι ύστερα έβγαινε ο παπάς και διαλαλούσε από το Ιερό Βήμα πως ο τάδε επομάζωξε και όποιος θέλει να ραντολοήσει να πάει αύριο κιόλας, τα λιόφυτα του είναι ελεύτερα…» Διηγήσεις από την ελαιόφυτη Κρήτη, διηγήσεις που περιγράφουν ένα άγνωστο σήμερα εθιμικό πλαίσιο: Εκείνο που καθόριζε τη σχέση του καλλιεργητή με το θείον για πολλούς αιώνες.

Το «ραντολόι» μπορεί να μας θυμίζει τη σταχομαζώχτρα του Παπαδιαμάντη ή και τη Ρουθ των γραφών. Ήταν η συνήθεια να αφήνονται μέσα στο λιόφυτο οι τελευταίοι καρποί για να τους μαζέψουν (έναν – έναν με το χέρι) εκείνοι που δεν είχαν! Κι αυτό έπρεπε να το αναγγείλει ο παπάς «γιατί το λένε και τα γράμματα της εκκλησίας».

Έτσι απλά θα υπενθυμίσει η Κρητικιά γιαγιά πως έχει ακούσει την προσταγή, όπως αυτή διατυπώνεται στο «Δευτερονόμιον»:

«αφού τινάξης τας ελαίας σου δεν θέλεις πάλιν ελαιουργήσει τους κλάδους.

Θέλει είσθαι διά τον ξένον, διά το ορφανόν, διά την χήραν…»

Γυναίκες σκυφτές, μαντηλοφορεμένες, με το καλάθι στα χέρια ανακατεύουν τις ξινίδες αναζητώντας τους τελευταίους πολύτιμους καρπούς της ελιάς. Οι λιγοστές ελιές που πόμειναν μπορεί να λέγονται «απόλιδα». Κι ο Καζαντζάκης, που από παιδί έκλεισε στο μυαλό του την εικόνα της φθινοπωρινής (ή και της χειμωνιάτικης) Κρήτης, την αφήνει να ξεχυθεί με τον καλοδουλεμένο στίχο και να μας πλημμυρίσει με χρώμα ωραίο, παλαιϊκό:

«Βγαίνου οι γριές σκυφτές φραγή φραγή σκυφτές να μάσουν σαλιγκάρια

οι νιές ελιομαζώχτρες αρμεχτά τ’ απόλιδα διαλέγουν…»

Έτσι γιατί ο λαϊκός πολιτισμός είναι ο μεγάλος μας δάσκαλος. Συσσωρευμένες και συμπυκνωμένες εμπειρίες ζωής!»

(Πηγή: http://karmanor.gr/el/article/i-eygeneia-tis-psyhis-s-ena-heimoniatiko-ethimo).

Διαβάστε επίσης